Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και τα διαχρονικά της μηνύματα βρέθηκαν στο επίκεντρο επετειακής εκδήλωσης που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 30 Μαΐου στην αίθουσα εκδηλώσεων του Δήμου Ανατολικής Σάμου. Η Ιερά Μητρόπολη Σάμου, Ικαρίας και Κορσεών τίμησε τη συμπλήρωση 573 ετών από την πτώση της Βασιλεύουσας, με ομιλία, βυζαντινούς ύμνους και επιμνημόσυνη δέηση.
Κεντρικός ομιλητής ήταν ο Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης π. Σωτήριος Κοσμόπουλος, Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως, ο οποίος ανέπτυξε εκτενώς τις ιστορικές, πολιτικές, κοινωνικές και πνευματικές διαστάσεις της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης.
Στην αρχή της ομιλίας του αναφέρθηκε στον ιδρυτή της Κωνσταντινούπολης, τον Μέγα Κωνσταντίνο, τον οποίο χαρακτήρισε θεμελιωτή της οικουμενικότητας της Ορθοδοξίας και της νομιμοποίησης του χριστιανισμού. Όπως τόνισε, η ίδρυση της νέας πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας δεν αποτέλεσε απλώς μια πολιτική επιλογή, αλλά τη δημιουργία ενός νέου πνευματικού και πολιτισμικού κέντρου που έμελλε να καθορίσει την πορεία του Ελληνισμού και της Ρωμιοσύνης για περισσότερο από μία χιλιετία.
Ο Πρωτοσύγκελλος στάθηκε ιδιαίτερα στα αίτια που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλεύουσας. Όπως ανέφερε, η Άλωση του 1453 δεν ήταν ένα μεμονωμένο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας πολιτικής, στρατιωτικής και οικονομικής αποδυνάμωσης της αυτοκρατορίας. Επισήμανε τις εμφύλιες συγκρούσεις, την εσωτερική αστάθεια, τη συρρίκνωση της παραγωγικής βάσης, τη συγκέντρωση πλούτου και γης σε περιορισμένες ομάδες, καθώς και τις κοινωνικές ανισότητες που αναπτύχθηκαν τους τελευταίους αιώνες πριν από την πτώση.
Ξεχωριστή αναφορά έκανε στα πνευματικά αίτια της παρακμής, υποστηρίζοντας ότι πίσω από τη λαμπρότητα της Κωνσταντινούπολης είχε αναπτυχθεί μια βαθιά ηθική κρίση. Κατά την ανάλυσή του, η πλεονεξία, η φιλαργυρία, η αδικία, οι καταχρήσεις και η απομάκρυνση από τις αξίες της πίστης συνέβαλαν καθοριστικά στην εσωτερική αποδυνάμωση της αυτοκρατορίας.
Ο π. Σωτήριος Κοσμόπουλος αναφέρθηκε επίσης στις πολιτικές και εκκλησιαστικές αντιπαραθέσεις που δίχασαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία τους τελευταίους αιώνες πριν από την Άλωση. Όπως σημείωσε, το ζήτημα της ένωσης της Ορθόδοξης με τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με αντάλλαγμα τη δυτική στρατιωτική βοήθεια δημιούργησε δύο αντίπαλες παρατάξεις, τους ενωτικούς και τους ανθενωτικούς, οδηγώντας σε βαθύ διχασμό τόσο την κοινωνία όσο και την Εκκλησία.
Παράλληλα, συνέκρινε τις δύο μεγάλες αλώσεις της Κωνσταντινούπολης, εκείνη του 1204 από τους Σταυροφόρους και εκείνη του 1453 από τους Οθωμανούς, επισημαίνοντας ότι και στις δύο περιπτώσεις προηγήθηκαν εσωτερικές συγκρούσεις, πολιτικά λάθη και εξαρτήσεις από ξένες δυνάμεις. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις συμμαχίες Βυζαντινών ηγεμόνων με ξένους παράγοντες για την εξυπηρέτηση εσωτερικών πολιτικών σκοπιμοτήτων, υποστηρίζοντας ότι αυτές οι επιλογές άνοιξαν τον δρόμο για εξελίξεις που αποδυνάμωσαν καθοριστικά την αυτοκρατορία.
Στο ιστορικό μέρος της ομιλίας του περιέγραψε επίσης ορισμένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της τελευταίας πολιορκίας. Μεταξύ αυτών στάθηκε στη διάσπαση του οθωμανικού ναυτικού αποκλεισμού από χριστιανικά πλοία που μετέφεραν εφόδια στους πολιορκημένους, αλλά και στη στρατηγική κίνηση του Μωάμεθ Β΄ να μεταφέρει πλοία διά ξηράς στον Κεράτιο Κόλπο, ανατρέποντας τα αμυντικά πλεονεκτήματα της πόλης.
Ιδιαίτερα συγκινητική ήταν η αναφορά του στις τελευταίες ώρες πριν από την Άλωση. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος αρνήθηκε να εγκαταλείψει την πόλη παρά τις προτάσεις συνεργατών του να διαφύγει, δηλώνοντας ότι η μοίρα του ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με εκείνη των κατοίκων της Κωνσταντινούπολης. Αναφέρθηκε ακόμη στην τελευταία Θεία Λειτουργία στην Αγία Σοφία, στις στιγμές συγκίνησης που καταγράφουν οι πηγές και στην ηρωική πτώση του τελευταίου αυτοκράτορα κατά την τελική μάχη.
Ο ομιλητής περιέγραψε επίσης τα γεγονότα που ακολούθησαν την Άλωση, τη λεηλασία της πόλης και τη μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τέμενος, επισημαίνοντας ότι ο Μωάμεθ Β΄ επιχείρησε να παρουσιάσει το οθωμανικό κράτος ως συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υιοθετώντας ακόμη και τον τίτλο του «Καίσαρα των Ρωμαίων».
Κλείνοντας, ο π. Σωτήριος Κοσμόπουλος υπογράμμισε ότι, παρά την πτώση της Κωνσταντινούπολης, ο Ελληνισμός κατόρθωσε να επιβιώσει χάρη στη διατήρηση της Ορθόδοξης πίστης, της γλώσσας και της ιστορικής του ταυτότητας. Συνδέοντας το μήνυμα της Άλωσης με την εορτή της Πεντηκοστής, εξέφρασε την ελπίδα ότι η ιστορική μνήμη θα συνεχίσει να λειτουργεί ως παρακαταθήκη ενότητας, πνευματικής ανάτασης και συνέχειας της Ρωμιοσύνης.
Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης αποδόθηκαν βυζαντινοί ύμνοι, θρήνοι και πατριωτικά άσματα από τη Βυζαντινή Χορωδία των Ιερέων της Ιεράς Μητροπόλεως Σάμου, Ικαρίας και Κορσεών.
Η εκδήλωση ολοκληρώθηκε με επιμνημόσυνη δέηση που τέλεσε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σάμου, Ικαρίας και Κορσεών κ.κ. Ευσέβιος υπέρ αναπαύσεως του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και όλων όσοι έπεσαν κατά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης.
