07/03/2026
Σαμιακά

Ειδικό Σχολείο Σάμου: 30 χρόνια σε ένα “κακό παραμύθι” – Η συγκλονιστική μαρτυρία της ψυχολόγου Αικατερίνης Σούρη

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσας εγκατάλειψης, που διαρκεί περισσότερα από τριάντα χρόνια, περιέγραψε η συνταξιούχος ψυχολόγος Σούρη Αικατερίνη σε συνέντευξη που παραχώρησε το Σάββατο 7 Μαρτίου στο Ράδιο Αρμονία. Η ίδια, έχοντας υπηρετήσει επί 25 συναπτά έτη στο Ειδικό Σχολείο Σάμου, μίλησε για ένα «κακό παραμύθι» χωρίς τέλος, όπου μαθητές και εκπαιδευτικοί παραμένουν εγκλωβισμένοι σε ένα κτίριο που, όπως είπε, ποτέ δεν σχεδιάστηκε για σχολείο ειδικής αγωγής.

Η ιστορία ξεκινά το 1994, όταν η άδεια λειτουργίας του ειδικού δημοτικού στη Σάμο κινδύνευε να εκπνεύσει, ενώ σε όλη την υπόλοιπη Ελλάδα τέτοιες δομές είχαν ήδη δημιουργηθεί. Με εντολή του τότε νομάρχη, το σχολείο άνοιξε εσπευσμένα για να μην χαθεί η θεσμική ευκαιρία, με δύο δασκάλους να αναλαμβάνουν τη λειτουργία του χωρίς βασικό εξοπλισμό, όπως τραπέζια και καθίσματα. Η αρχική στέγαση έγινε σε κτίριο κοντά στο «Περίπτερο Ζαχαράκη», έναν χώρο με σοβαρά κατασκευαστικά προβλήματα και ελλείψεις, όπου το προσωπικό προσπαθούσε να οργανώσει τις πρώτες δομές εκπαίδευσης.

Όταν ο ιδιοκτήτης του πρώτου κτιρίου ζήτησε το ακίνητο, δόθηκε η υπόσχεση για μεταφορά σε καλύτερες εγκαταστάσεις. Επιλέχθηκε τελικά το κτίριο του τότε ΚΕΦΙΑΠ, επειδή η αρμόδια υπηρεσία υγείας αποφάσισε να μην το λειτουργήσει για τον αρχικό του σκοπό, παρά τον εξοπλισμό που διέθετε για φροντίδα ατόμων με αναπηρία. Το ειδικό σχολείο εγκαταστάθηκε στον κάτω όροφο, σε χώρους που είχαν σχεδιαστεί για ιατρεία, κουζίνες και λουτροθεραπείες. Οι εκπαιδευτικοί αναγκάστηκαν να μετατρέψουν αυτούς τους χώρους σε αίθουσες διδασκαλίας με πρόχειρες παρεμβάσεις, ενώ στον ίδιο χώρο στεγάστηκε και το ΕΕΕΕΚ.

Η καθημερινότητα που περιέγραψε η κ. Σούρη αποτυπώνει μια εικόνα συνεχούς προσπάθειας προσαρμογής. Χώροι που προορίζονταν για άλλες χρήσεις χωρίστηκαν πρόχειρα σε αίθουσες, μικρά δωμάτια μετατράπηκαν σε γραφεία ειδικών θεραπειών και διάδρομοι χρησιμοποιήθηκαν ως βοηθητικοί χώροι. Η λογοθεραπεία, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, γινόταν σε έναν στενό χώρο περίπου τριών επί ενός μέτρων ανάμεσα σε δύο αίθουσες, ενώ άλλοι χώροι που είχαν σχεδιαστεί για φυσικοθεραπείες μετατράπηκαν σε τάξεις με κουρτίνες και παραβάν.

Ιδιαίτερα συγκλονιστική ήταν η περιγραφή της για την κατάσταση υγιεινής στο κτίριο. Όπως είπε, επί χρόνια υπήρχε πρόβλημα με τρωκτικά που εμφανίζονταν στις ψευδοροφές ή ακόμη και στους χώρους υγιεινής. Το προσωπικό, όπως ανέφερε, προσπαθούσε να προστατεύσει τους μαθητές από τα ποντικοφάρμακα που τοποθετούνταν στον χώρο, ενώ οι παρεμβάσεις των υπηρεσιών περιορίζονταν συνήθως σε φάκες και πρόχειρες λύσεις.

Πέρα από τα ζητήματα υγιεινής, η ίδια μίλησε και για σοβαρά λειτουργικά προβλήματα του κτιρίου. Σε περιόδους βροχής, όπως είπε, νερά έμπαιναν από τις οροφές και το προσωπικό χρησιμοποιούσε λεκάνες και κουβάδες για να προστατεύσει εξοπλισμό και υλικό. Υπήρξαν, σύμφωνα με την ίδια, περιστατικά φθορών σε παράθυρα και άλλες εγκαταστάσεις, που δημιουργούσαν επιπλέον ανησυχία για την ασφάλεια των μαθητών.

Στη συνέντευξη αναφέρθηκε επίσης ότι όλα αυτά τα χρόνια υπήρξαν επανειλημμένες αναφορές και έγγραφα από το σχολείο προς τους αρμόδιους φορείς. Σύμφωνα με την κ. Σούρη, οι εκπαιδευτικοί κατέγραφαν τα προβλήματα μέσα από αποφάσεις των συλλόγων διδασκόντων, πρακτικά συνεδριάσεων και εισηγήσεις προς τη διεύθυνση εκπαίδευσης και τις τοπικές αρχές. Παράλληλα, όπως είπε, υπήρξαν κινητοποιήσεις γονέων, παραστάσεις διαμαρτυρίας σε δήμους και υπηρεσίες, ακόμη και παρεμβάσεις προς τον εισαγγελέα.

Μια ακόμη πτυχή που ανέδειξε αφορά την πρόταση του τότε Δημάρχου Καρλοβάσου, Παναγιώτη Λυμπέρη, να παραχωρηθεί κτίριο στην περιοχή για τη στέγαση του σχολείου. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της, η πρόταση αυτή δεν προχώρησε ποτέ, παρά το γεγονός ότι πολλοί μαθητές προέρχονταν από το Καρλόβασι, τον Μαραθόκαμπο και το Πυθαγόρειο. Όπως σημείωσε, η επιλογή να παραμείνει το σχολείο στην πρωτεύουσα του νομού βασίστηκε σε διοικητική ερμηνεία του νόμου, αν και σε άλλες περιοχές της χώρας υπάρχουν διαφορετικά παραδείγματα.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση των γονέων, οι οποίοι, όπως είπε, στάθηκαν διαχρονικά στο πλευρό των εκπαιδευτικών διεκδικώντας καλύτερες συνθήκες για τα παιδιά τους. Περιέγραψε μάλιστα περιστατικά κινητοποιήσεων, ακόμη και με τη συμμετοχή μαθητών, σε παραστάσεις διαμαρτυρίας προς υπηρεσίες εκπαίδευσης και τοπικούς φορείς.

Ένα ακόμη στοιχείο που ανέδειξε είναι η πολυπλοκότητα των αρμοδιοτήτων γύρω από το κτίριο. Όπως ανέφερε, το ακίνητο ανήκε στο νοσοκομείο, ενώ το σχολείο λειτουργούσε υπό την ευθύνη της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και του δήμου για τα κτιριακά θέματα. Αυτό, κατά την ίδια, δημιουργούσε συχνά σύγχυση ως προς το ποιος ήταν τελικά υπεύθυνος για τη λήψη αποφάσεων και την αντιμετώπιση των προβλημάτων.

Η κ. Σούρη στάθηκε ιδιαίτερα στη ματαίωση των γονέων, τους οποίους χαρακτήρισε ανθρώπους που επί χρόνια αναζητούν αξιοπρεπείς συνθήκες εκπαίδευσης για τα παιδιά τους. Όπως είπε, πολλές φορές οι ελπίδες που καλλιεργήθηκαν για εύρεση νέου κτιρίου δεν υλοποιήθηκαν, δημιουργώντας ένα αίσθημα απογοήτευσης.

Με βάση την εμπειρία της, η κ. Σούρη υποστήριξε ότι η ποιότητα των συνθηκών εκπαίδευσης αντανακλά και το επίπεδο ευαισθητοποίησης της κοινωνίας απέναντι στην ειδική αγωγή. Για τον λόγο αυτό, όπως είπε, η υπόθεση του Ειδικού Σχολείου Σάμου δεν αφορά μόνο ένα κτίριο, αλλά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται τα παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και οι οικογένειές τους.