Από το 1960 μέχρι σήμερα, το «Σινέ Ολύμπια», στην οδό Γυμνασιάρχου Κατεβαίνη, αποτελεί μέρος της κινηματογραφικής και κοινωνικής ιστορίας της πόλης της Σάμου. Ο κινηματογράφος που δημιούργησε ο Ξενοφών Μοσχονάς γνώρισε περιόδους μεγάλης ακμής, φιλοξένησε χιλιάδες θεατές και πολιτιστικές εκδηλώσεις, έκλεισε δύο φορές και επαναλειτούργησε, διατηρώντας τη θέση του στην πολιτιστική ζωή του νησιού.
Η ιστορία του ξεκινά το 1960, όταν ο Ξενοφών Μοσχονάς επέστρεψε από το Κονγκό και αποφάσισε να επενδύσει τα χρήματα που είχε αποκτήσει στο εξωτερικό στην κατασκευή ενός μεγάλου κινηματογράφου στο Βαθύ.
Σύμφωνα με όσα είχε αναφέρει η σύζυγός του, Ξένια Μοσχονά, στην εφημερίδα «Σαμιακόν Βήμα» τον Ιούλιο του 2009, η κατασκευή κόστισε περίπου 1.000 χρυσές λίρες. Με τα ίδια χρήματα, όπως είχε επισημάνει, η οικογένεια θα μπορούσε τότε να αποκτήσει αρκετά οικόπεδα σε προνομιακές τοποθεσίες του νησιού.
Το κτίριο κατασκευάστηκε για να εξυπηρετεί τόσο χειμερινές όσο και θερινές προβολές. Σύμφωνα με ιστορικές καταγραφές, η χειμερινή αίθουσα διέθετε περίπου 700 θέσεις, ενώ στην ταράτσα λειτουργούσε θερινός κινηματογράφος χωρητικότητας περίπου 600 θεατών.
Την ονομασία «Ολύμπια», σύμφωνα με την προσωπική μαρτυρία του ιδρυτή του, πρότεινε ένας παλιός διευθυντής της Εμπορικής Τράπεζας, ονόματι Μιμίδης. Ο Μοσχονάς αναζητούσε τότε ένα όνομα για τον νέο κινηματογράφο και τελικά επικράτησε η συγκεκριμένη πρόταση.
Πρώτος μηχανικός προβολής ήταν ο Μανώλης Ζαφείρης. Ο ίδιος ο Μοσχονάς, θέλοντας να γνωρίζει και την τεχνική πλευρά της λειτουργίας, μετέβη το 1964 στην Αθήνα, όπου έδωσε εξετάσεις στο Υπουργείο Βιομηχανίας και απέκτησε άδεια χειριστή κινηματογράφου. Έκτοτε μπορούσε να πραγματοποιεί ο ίδιος τις προβολές.
Η μεγαλύτερη ακμή του «Ολύμπια» καταγράφεται από τη δεκαετία του 1960 έως περίπου τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Εκείνα τα χρόνια ο κινηματογράφος αποτελούσε μία από τις βασικές μορφές ψυχαγωγίας για τους κατοίκους της πόλης.
Σε αφήγησή του που δημοσιεύτηκε το 1997 στο περιοδικό «Απόπλους», ο Ξενοφών Μοσχονάς θυμόταν ότι το κανονικό εισιτήριο κόστιζε αρχικά 8 δραχμές, ενώ υπήρχαν και εισιτήρια της Εργατικής Εστίας με τιμή 2,20 δραχμές.
Τις Κυριακές, όταν πραγματοποιούνταν τρεις προβολές, η προσέλευση μπορούσε να φτάσει, σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και τα 1.500 εισιτήρια. Περιέγραφε περιπτώσεις κατά τις οποίες εκατοντάδες θεατές περίμεναν έξω από το κτίριο μέχρι να ολοκληρωθεί η προηγούμενη προβολή, προκειμένου να εξασφαλίσουν μια θέση στην επόμενη.
Στη λειτουργία του κινηματογράφου συμμετείχαν και άνθρωποι της τοπικής αγοράς. Ο Μοσχονάς θυμόταν, μεταξύ άλλων, ότι από το 1969 έως περίπου το 1974 ή 1975 νοίκιαζε το μπαρ στον πατέρα του Μίμη Αποστολάτου, ο οποίος πουλούσε και φιστίκια με καροτσάκι έξω από την αίθουσα.
Το «Ολύμπια» δεν ήταν όμως μόνο ένας χώρος προβολής ταινιών. Ήταν σημείο συνάντησης για τις οικογένειες και ιδιαίτερα για τους νέους. Στη χειμερινή αίθουσα και στη θερινή ταράτσα αναπτύσσονταν φιλίες και γνωριμίες, ενώ αρκετές σχέσεις, σύμφωνα με τον ιδρυτή του, κατέληξαν σε γάμο.
Ο Ξενοφών Μοσχονάς συνήθιζε να αναφέρει με χιούμορ ότι ο κινηματογράφος είχε συμβάλει στο να παντρευτεί μεγάλο μέρος της πόλης. Η αναφορά αυτή δείχνει τη σημασία που είχε η έξοδος στο σινεμά για την κοινωνική ζωή μιας εποχής με σαφώς λιγότερες επιλογές διασκέδασης.
Χαρακτηριστικές είναι και οι αναμνήσεις του από τις επισκέψεις μαθητών. Όπως περιέγραφε, υπήρχαν εποχές που τα σχολεία απαγόρευαν στους μαθητές να πηγαίνουν στον κινηματογράφο και οι καθηγητές πραγματοποιούσαν ελέγχους για να διαπιστώσουν εάν κάποιος παρακολουθούσε προβολή. Οι υπεύθυνοι της αίθουσας προειδοποιούσαν ορισμένες φορές τους μαθητές να κρυφτούν ανάμεσα στα καθίσματα.
Παράλληλα, ο ίδιος φρόντιζε να προγραμματίζει και ειδικές μαθητικές προβολές.
Στην ίδια περιοχή λειτουργούσε και ο κινηματογράφος «Απόλλων» του Ηλία Ηλιάδη, δημιουργώντας έντονο ανταγωνισμό για την εξασφάλιση δημοφιλών κινηματογραφικών παραγωγών. Ο Μοσχονάς είχε εξηγήσει ότι οι δύο επιχειρηματίες συναγωνίζονταν στις προσφορές προς τα γραφεία διανομής της Αθήνας, γεγονός που ανέβαζε το κόστος απόκτησης των ταινιών.
Στην προσπάθειά του να εξασφαλίζει καλές παραγωγές, είχε αναπτύξει επαφές με μεγάλες εταιρείες διανομής, ανάμεσά τους τη Φίνος Φιλμ και τη Δαμασκηνός και Μιχαηλίδης. Όπως υποστήριζε, επέλεγε συχνά ταινίες που είχαν προβληθεί σε μεγάλους κινηματογράφους της Αθήνας, ακόμη και όταν γνώριζε ότι δεν θα είχαν την ίδια εμπορική επιτυχία στη Σάμο.
Πέρα από τις κινηματογραφικές προβολές, το «Ολύμπια» φιλοξενούσε και θεατρικές παραστάσεις. Ο ιδρυτής του θυμόταν ιδιαίτερα την επιτυχία της παράστασης «Αγάπη μου Ουάουα» με τον Νίκο Ρηγόπουλο και την Κάκια Αναλυτή, καθώς και την εντύπωση που είχε προκαλέσει στον ηθοποιό το μέγεθος και οι δυνατότητες της αίθουσας.
Ο κινηματογράφος χρησιμοποιήθηκε επίσης για δημόσιες ομιλίες και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Μοσχονά, σε ομιλία του Γιώργου Αλέξανδρου Μαγκάκη είχαν τοποθετηθεί μεγάφωνα έξω από το κτίριο, ώστε να μπορούν να παρακολουθήσουν και όσοι δεν χωρούσαν στην αίθουσα.
Ο ίδιος αναφερόταν ακόμη σε επίσκεψη της Μελίνας Μερκούρη, η οποία, όπως υποστήριζε, είχε εκφράσει ιδιαίτερα θετική εντύπωση για τον κινηματογράφο.
Σημαντική υπήρξε και η σχέση του με την Κινηματογραφική Λέσχη Σάμου. Ο Μοσχονάς παραχωρούσε την αίθουσα για προβολές και εκδηλώσεις της, επισημαίνοντας ωστόσο ότι η λειτουργία ενός τόσο μεγάλου χώρου απαιτούσε σταθερή στήριξη από το κοινό.
Από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, η κινηματογραφική κίνηση άρχισε να μειώνεται. Ο ίδιος απέδιδε την κάμψη στην εξάπλωση της τηλεόρασης και της βιντεοκασέτας, αλλά και στην αποχώρηση της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών από τη Σάμο.
Σύμφωνα με την αφήγησή του, οι στρατιώτες αποτελούσαν σημαντικό μέρος του κοινού. Υπήρχαν βραδιές κατά τις οποίες προσέρχονταν περίπου 300 στρατιώτες, πέρα από τους κατοίκους της πόλης.
Το 1989 ο κινηματογράφος έκλεισε. Το κτίριο άλλαξε χρήση και τα επόμενα χρόνια λειτούργησε ως γυμναστήριο και σούπερ μάρκετ.
Παρά το κλείσιμο, ο Ξενοφών Μοσχονάς δεν εγκατέλειψε την προσπάθεια να ξαναδεί την αίθουσα σε λειτουργία.
Στη μαρτυρία του το 1997 είχε εκφράσει την επιθυμία να αξιοποιηθεί το «Ολύμπια» ως πολιτιστικός χώρος για την πόλη της Σάμου. Είχε μάλιστα αναφερθεί στη δυνατότητα παραχώρησης του κτιρίου στον Δήμο ή σε άλλον δημόσιο φορέα, εξετάζοντας ακόμη και το ενδεχόμενο δωρεάς του.
Για τον ίδιο, το ζητούμενο δεν ήταν αποκλειστικά η οικονομική αξιοποίηση του ακινήτου, αλλά η διατήρηση της αρχικής του χρήσης και η δυνατότητα να φιλοξενεί κινηματογραφικές προβολές, θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και δημόσιες εκδηλώσεις.
Επέκρινε μάλιστα το γεγονός ότι η πρωτεύουσα του νομού δεν διέθετε επαρκείς μεγάλες αίθουσες πολιτιστικών εκδηλώσεων, την ώρα που υπήρχε ένας χώρος εκατοντάδων θέσεων ο οποίος παρέμενε αναξιοποίητος.
Η αγάπη του για τον κινηματογράφο αποτυπώνεται σε μια χαρακτηριστική φράση από τη μαρτυρία του το 1997: «Είμαι ερωτευμένος με το αντικείμενο αυτό».
Η επιθυμία του για επαναλειτουργία έγινε πραγματικότητα τον Δεκέμβριο του 1998, όταν το «Ολύμπια» άνοιξε ξανά έπειτα από ανακαίνιση. Ακολούθησε μια νέα περίοδος λειτουργίας μέχρι τον Ιούλιο του 2009, οπότε ο κινηματογράφος έκλεισε για δεύτερη φορά.
Το κλείσιμο εκείνης της χρονιάς καταγράφηκε και σε δημοσίευμα της εφημερίδας «Σαμιακόν Βήμα» στις 4 Ιουλίου 2009, το οποίο περιλάμβανε συνέντευξη της Ξένιας Μοσχονά.
Στο ίδιο δημοσίευμα γινόταν αναφορά και στην προσωπική περιπέτεια του ιδρυτή, τα ίχνη του οποίου είχαν χαθεί περίπου τρία χρόνια νωρίτερα, κατά τη διάρκεια εξόρμησής του σε περιοχή της Σάμου
Το «Σινέ Ολύμπια» επαναλειτούργησε το 2010 και συνεχίζει μέχρι σήμερα να φιλοξενεί κινηματογραφικές προβολές.
Η ιστορία του έχει αφήσει ίχνη και σε αρχειακές συλλογές. Στα Γενικά Αρχεία του Κράτους, στο Τμήμα Σάμου, φυλάσσεται συλλογή προφορικών μαρτυριών για τον κινηματογράφο στο νησί, η οποία δημιουργήθηκε το 1997.
Η συλλογή περιλαμβάνει τρεις ηχητικές κασέτες με συνεντεύξεις του Ξενοφώντα Μοσχονά, του Μάνη Ντότσια και της Μαντούλας Μυλωνά. Σύμφωνα με την αρχειακή καταγραφή, το υλικό κατατέθηκε στις 25 Νοεμβρίου 1997, με αριθμό εισαγωγής ΑΒΕ 168.
Επιπλέον, στο αρχείο του κινηματογραφικού παραγωγού Τζέιμς Πάρις, που φυλάσσεται στο Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, καταγράφονται αντίγραφα έξι επιστολών της εταιρείας «Πάρις Φιλμ» προς τον Ξενοφώντα Μοσχονά, με ημερομηνίες από τον Ιανουάριο έως τον Ιούνιο του 1964.
Τα έγγραφα αποτελούν τεκμήρια της επαγγελματικής δραστηριότητας του κινηματογράφου κατά τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του, αν και το αναλυτικό περιεχόμενό τους δεν έχει εξεταστεί στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας.
Εξήντα έξι χρόνια μετά την ίδρυσή του, το «Σινέ Ολύμπια» παραμένει συνδεδεμένο με τις αναμνήσεις διαφορετικών γενεών κατοίκων της Σάμου. Για τους παλαιότερους ήταν ο χώρος όπου παρακολουθούσαν τις πρώτες τους ταινίες, συναντούσαν φίλους και περνούσαν τα καλοκαιρινά βράδια στην ταράτσα. Για τις νεότερες γενιές συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους χώρους κινηματογραφικής προβολής του νησιού.
Πηγές: Περιοδικό «Απόπλους» (1997), εφημερίδα «Σαμιακόν Βήμα» (4 Ιουλίου 2009), Γενικά Αρχεία του Κράτους, Τμήμα Σάμου, ΕΛΙΑ-ΜΙΕΤ, ιστορική καταγραφή Cinema-Hellas και ιστοσελίδα «Παλιά Σινεμά».
